Καθισμένη στο πάτωμα αρχίζω να μετροφυλλώ τις άσπρες σελίδες του ξεθωριασμένου κίτρινου τηλεφωνικού καταλόγου. Κοιτάω τους αριθμούς και αποφασίζω να παίξω ένα δικό μου παιχνίδι. Θα έπαιρνα τηλέφωνο άσχετους αριθμούς και απλά θα άκουγα τη φωνή τους. Δεν με ένιαζε ποιος ή ποιά θα απαντούσε. Απλά θα χτυπούσα αριθμούς θα έμενα σιωπηλή και ό,τι κάτσει...
Η στιγμή που ακούς τον ήχο της κλήσης είναι αναμφίβολα μια στιγμή αγωνίας και άγχους. Από τον πρώτο χτύπο, σηκώνομαι και αρχίζω να κάνω τα τυπικά: να περπατάω πάνω κάτω, να μπλέκω την ουρά του τηλεφώνου γύρω απ'τα κρύα μου δάχτυλα, κοιτάζοντας το ηλίθιο μου ψάρι να κολυμπάει πάνω κάτω μέσα στην γυάλα του, και περιμένω.
Περιμένω ν'ακούσω μια φωνή. Απλά μια φωνή. Δεν χρειάζεται να μιλήσω. Ποτέ δεν μιλάω και ποτέ δεν το κλείνω πρώτη. Απλά μου αρέσει η ιδέα του να είμαι ενωμένη με κάποιον εκεί έξω στον κόσμο. Στο τέλος όλοι κουράζονται να περιμένουν την ανταπόκρισή μου και μου το κλείνουν στα μούτρα. Εγώ όμως ανένδωτη. Παραμένω εκεί στην σιωπή μέχρι να το κλείσουν.
Δεν είπα σε κανένα για το παιχνίδι που δημιούργησα. Εξάλλου ο κόσμος δεν με καταλάβει..Ποτέ του δεν με κατάλαβε. Σίγουρα θα με πούν τρελλή αλλά δεν με νιάζει...κάποτε πιστεύω και 'γω το ίδιο για μένα.
Το πώς τον γνώρισα ήταν απλά σύμπτωση. Όπως κάθε βράδυ πήρα το ακουστικό και άρχισα να κτυπάω αριθμούς στην τύχη...περιμένοντας κάποιον να απαντήσει. Τέσσερις χτύποι και καμία ανταπόκριση. Κάνω να κλείσω το ακουστικό όταν ξαφνικά ακούω μια φωνή:
Η στιγμή που ακούς τον ήχο της κλήσης είναι αναμφίβολα μια στιγμή αγωνίας και άγχους. Από τον πρώτο χτύπο, σηκώνομαι και αρχίζω να κάνω τα τυπικά: να περπατάω πάνω κάτω, να μπλέκω την ουρά του τηλεφώνου γύρω απ'τα κρύα μου δάχτυλα, κοιτάζοντας το ηλίθιο μου ψάρι να κολυμπάει πάνω κάτω μέσα στην γυάλα του, και περιμένω.
Περιμένω ν'ακούσω μια φωνή. Απλά μια φωνή. Δεν χρειάζεται να μιλήσω. Ποτέ δεν μιλάω και ποτέ δεν το κλείνω πρώτη. Απλά μου αρέσει η ιδέα του να είμαι ενωμένη με κάποιον εκεί έξω στον κόσμο. Στο τέλος όλοι κουράζονται να περιμένουν την ανταπόκρισή μου και μου το κλείνουν στα μούτρα. Εγώ όμως ανένδωτη. Παραμένω εκεί στην σιωπή μέχρι να το κλείσουν.
Δεν είπα σε κανένα για το παιχνίδι που δημιούργησα. Εξάλλου ο κόσμος δεν με καταλάβει..Ποτέ του δεν με κατάλαβε. Σίγουρα θα με πούν τρελλή αλλά δεν με νιάζει...κάποτε πιστεύω και 'γω το ίδιο για μένα.
Το πώς τον γνώρισα ήταν απλά σύμπτωση. Όπως κάθε βράδυ πήρα το ακουστικό και άρχισα να κτυπάω αριθμούς στην τύχη...περιμένοντας κάποιον να απαντήσει. Τέσσερις χτύποι και καμία ανταπόκριση. Κάνω να κλείσω το ακουστικό όταν ξαφνικά ακούω μια φωνή:
"Παρακαλώ;"
Παραμένω σιωπηλή, τυλίγω την ουρά του τηλεφώνου γύρω απ'τα δαχτυλά μου και προσπαθώ να μην αναπνέω.
"Ναι; Παρακαλώ; Ποιος είναι;"
Δεν ανταποκρίνομαι.
"Δανάη; εσύ είσαι;"
Ποιά είναι η Δανάη, σκέφτομαι.
"Δανάη αν είσαι εσύ θα αρχίσω να εκνευρίζομαι. Το ξέρεις πως έχω διάβασμα για την αυριανή εξέταση!"
Άρα φοιτητής;
Παίρνω βαθιά αναπνοή και σκέφτομαι να το κλείσω. Όμως δεν θέλω να παραβιάσω τους νόμους του δικού μου παιχνιδιού κι έτσι περιμένω να το κλείσει πρώτα αυτός.
"Δανάη το εννοώ, τα παιχνίδια σου με κούρασαν. Εσύ είσαι ή όχι; Παρακαλώ;;;;"
Άρχισε να εκνευρίζεται. Συνεχίζω να κρατάω την αναπνοή μου. Θα το κλείσει που θα πάει; Όλοι το κλείνουν όταν εκνευρίζονται. Περιμένω. Ποτέ δεν το έχω κλείσει πρώτη και δεν πρόκειται να ξεκινήσω τώρα.
"Ποιός είναι;" Ξαναρωτάει.
"Κοίτα, ο Γιώργος δεν είναι εδώ ούτε και ξέρω που είναι. Ο Δημήτρης βγήκε με τη Νάγια στο Jalouse για ποτό και ο Μιχάλης είναι στην λέσχη της σχολής. Εντάξει; Οπόταν αν δεν είναι σε μένα που θες να μιλήσεις, ατύχησες!!"
Πιο απελπισμένη από ποτέ ετοιμάζομαι να το κλείσω και να σταματήσω αυτή την ηλίθια σύνδεση, αλλά κάτι μου λέει να το πάρω μέχρι τέλους. Πρέπει να το κλείσει πρώτος - και σύντομα!!!
"Δε μου λες...μήπως θες να μιλήσεις σε κάποιο; Μήπως θες βοήθεια;"
Κοιτάω το ακουστικό. Καλά, για τρελλή με πήρε;
"Λοιπόν κοίτα να δεις, εγώ είμαι εδώ και σε ακούω. Οπόταν καλύτερα πες κάτι όσο είμαι εδώ."
"Αη γαμήσου" φωνάζω.
"Ποιός νομίζεις πως είσαι; Ο Φρόυντ;" Έχω χάσει την υπομονή μου για να μην μιλήσω.
"Όχι. Ο Άρης." λέει γελώντας. "Είχα αρχίσει να πιστεύω πως δεν έχεις φωνητικές χορδές. Εσύ όμως ποιά είσαι;"
"Όχι. Ο Άρης." λέει γελώντας. "Είχα αρχίσει να πιστεύω πως δεν έχεις φωνητικές χορδές. Εσύ όμως ποιά είσαι;"
Παύση...
"...Ο Θεός", του λέω και το κλείνω.