Από το πρωί είχε βαβούρα στο δρόμο. Χάχανα μικρών παιδιών να γεμίζουν την αποπνικτικά μουντή ατμόσφαιρα. Φαντάζομαι τα μάτακια τους λίγο πριν βγούνε απ'το σπίτι: ζωηρά, ξαναμμένα, αγωνιούν να περάσουν ακόμη μια ανέμελη μέρα ζωής και παιχνιδιού...
Σκέφτομαι, πως αυτοί θα ζήσουν και θα ξέρουν πως να κουμαντάρουν τη ζωή τους καλύτερα από εμένα. Οκ, σύμφωνοι, αναπνέω κι εγώ, βιολογικά είμαι εντάξει ... Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι να βγω από το σπίτι και να συναντήσω τα άγνωστα βλέμματα που με περικυκλώνουν. Το ξέρω, ζω σε μια αιώνια σύγκρουση με τον εαυτό μου...
Είναι μέρες που με βοηθάει το να είμαι με κόσμο και μάλιστα νιώθω μια επιτακτική ανάγκη να το κάνω. Άλλες μέρες το μόνο που με ικανοποιεί είναι να μένω μόνη, εντελώς μόνη. Τότε ρίχνω τα πάντα κάτω απ'το κρεβάτι, ξαπλώνω ανάσκελα και σκέφτομαι ... σκέψεις δικές μου ... που κανένας ποτέ του δεν θα μπορέσει να εισβάλει. Μπορεί να βάλω ν'ακούσω μουσική, σχεδόν πάντα ελληνική έντεχνη ... Δήμητρα Γαλάνη. Νιώθω καλά μέσα στη συνωμοσία μου με τη μουσική, και δεν έχω ανάγκη τίποτα, ειδικά εκείνη τη στιγμή.
Αλλά αυτός ο σαματάς μέσα μου, μου ξεσκίζει τις σάρκες. Ξέρω πως απόψε κάποιοι θα ζήσουν πιο πολύ από μένα. Εγώ θα μείνω κλεισμένη σ'αυτό το μισοσκότεινο δωμάτιο, ν'ακούω τον ήχο της ζωής, και θα τον ακούω ως τη στιγμή που θα με πάρει στην αγκαλιά του ο ύπνος.